Στη μνήμη της Παρισινής Κομμούνας: 28 Μάρτη 1871

Η παρισινή κομμούνα

 του Άντωνούδη Άκη

Η κομμούνα του 1871 ή Κομμούνα του Παρισιού όπως έγινε πιο ευρέως γνωστή αποτέλεσε την πρώτη προλεταριακή επανάσταση η οποία κατάφερε να θέσει τις βάσεις για μια διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας και να αποτελέσει το «σημείο εκκίνησης» κάθε μελλοντικής σοσιαλιστικής προοπτικής.

Η παρισινή κομμούνα γεννήθηκε μέσα από τις στάχτες της 2ης γαλλικής αυτοκρατορίας μετά το τέλος του ατυχούς για τη Γαλλία πολέμου του 1870-71. Με την συντριβή των γαλλικών στρατευμάτων και την παράδοση του Ναπολέοντα Γ’ στο Παρίσι ανακηρύχτηκε η 3η γαλλική δημοκρατία. Με το τέλος του Γάλλο-Πρωσικού πολέμου το Παρίσι ήταν υπό Πρωσική κατοχή. Ο λαός και η εθνοφρουρά, δηλαδή της δημοκρατικά οργανωμένης ένοπλης δύναμης του Παρισιού ωστόσο, ενώ είχε αντέξει την Πρωσική πολιορκία για έξι μήνες, αρνήθηκαν την Πρωσική κατοχή αποκλείοντας τους Πρώσους σε μία μικρή περιοχή του Παρισιού και αστυνομεύοντας τα «σύνορα» της περιοχής αυτής. Η κυβέρνηση της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας με πρόεδρο τον Αδόλφο Θιέρσο,  φοβήθηκε ότι οι εργάτες του Παρισιού θα έπαιρναν τα όπλα της εθνοφρουράς και θα προκαλούσαν τους Πρώσους και έτσι στις 18 Μαρτίου ο Γαλλικός στρατός μπήκε στο Παρίσι. Η τελική απάντηση δόθηκε όταν οι στρατιώτες αρνούμενοι να ανοίξουν πυρ καταθέτουν τα όπλα στον επαναστατημένο λαό, έτσι στις 18 Μαρτίου μπήκαν ο βάσεις για μια νέα μορφή εξουσίας, μίας εξουσίας που θα αγκαλιάζει και θα αγκαλιάζεται από τους παριζιάνους εργάτες και στρατιώτες.

Το θέμα που έμοιαζε να προβληματίζει τους αρχιτέκτονες της επανάστασης ήταν αυτό της νομιμοποίησης της εξουσίας από τον ίδιο τον επαναστατημένο λαό. Η λύση σ’ αυτό το ζήτημα δόθηκε μέσα από την ίδια την επαναστατική ανάγκη για περισσότερη και αμεσότερη δημοκρατία  και τη νύχτα της 18ης του Μάρτη μέλη της εθνοφρουράς με δική τους πρωτοβουλία καταλαμβάνουν το δημαρχείο και προκηρύσσουν εκλογές στις 26 για την ανάδειξη του Συμβουλίου της Κομμούνας του Παρισιού. Χαρακτηριστικό των ημερών είναι η απόφαση της ΚΕ της εθνοφρουράς που καλούσε όλα τα μέλη της να εξασφαλίσουν την επιβολή της «αληθινής δημοκρατίας» και την πρόθεσή της να παραμείνει στο δημαρχείο «εν ονόματι του λαού».

Στις εκλογές που πραγματοποιούνται οι υποψήφιοι του παρισινού λαού θριαμβεύουν. Αξίζει να σημειωθεί ότι σ’ εκείνες τις πραγματικά ελεύθερες εκλογές υποψήφιοι ήταν και αστοί οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν να εκλεγούν στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Στις 28 του Μάρτη έγινε η επίσημη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και η ανακήρυξη του συμβουλίου της κομμούνας ως η εξουσία( και όχι η κυβέρνηση) του επαναστατημένου λαού μπροστά σε ένα μεγάλο ενθουσιώδες πλήθος. Την ίδια μέρα η ΚΕ της εθνοφρουράς δίνει την εξουσία στην Κομμούνα με μία προκήρυξη που αποτελεί ανεπανάληπτο ιστορικό ντοκουμέντο:

Πολίτες, σήμερα παραβρεθήκαμε στην πιο μεγαλειώδη λαϊκή συγκέντρωση που είδαν ποτέ τα μάτια μας, που συγκλόνισε ποτέ τις ψυχές μας: το Παρίσι άνοιγε το βιβλίο της ιστορίες σε μια λευκή σελίδα κι απόθετε σ’ αυτήν το πανίσχυρο όνομά του.(…)Οι κατάσκοποι που έχουν γλιστρήσει μέσα στις γραμμές μας, ας πάνε να τους περιγράψουνε το μεγαλειώδες θέαμα ενός λαού που ανακτά την κυριαρχία του και, υπέρτατη φιλοδοξία, την ανακτά κραυγάζοντας: «τη ζωή μας για την πατρίδα!» Πολίτες, στα χέρια σας αποθέτουμε το έργο που μας αναθέσατε, κι αυτή την τελευταία στιγμή της εφήμερης εξουσίας μας, πριν να επανέλθουμε οριστικά στις αρμοδιότητες της Επιτροπής της Εθνοφρουράς, αρμοδιότητες που τα γεγονότα μας είχαν υποχρεώσει να εγκαταλείψουμε, θέλουμε να σας πούμε ένα ευχαριστώ.

Με την παραίτηση της εθνοφρουράς από κάθε άσκηση εξουσίας η εξουσία του προλεταριάτου εμπλουτίζεται με ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο: τη διάκριση των εξουσιών όχι με τους όρους της αστικής πολιτικής σκέψης αλλά με αυτούς της ειλικρινούς, πραγματικής και ανεξάρτητης λειτουργίας της δημοκρατίας.

Η κομμούνα του Παρισιού δεν κατάφερε να επιβιώσει μακροπρόθεσμα λόγω των λάθος χειρισμών που έγιναν τόσο στις εκτιμήσεις για άτακτη φυγή των κυβερνητικών όσο και στη δικιά της ανεπάρκεια να περιορίσει τις εσωτερικές της έριδες μεταξύ των τάσεων της Α’ διεθνούς που την αποτελούσαν.  Έτσι η αστική κυβέρνηση βρήκε την ευκαιρία να αντεπιτεθεί στις 2 Απριλίου και από τότε να θέσει για μία ακόμη φορά το Παρίσι σε κατάσταση πολιορκίας. Χρειάστηκε να συνασπιστούν οι αντίπαλοι στρατοί της Πρωσίας και της Γαλλίας για να αντιμετωπίσουν την κομμούνα. Η Γαλλική κυβέρνηση δεν δίστασε ούτε στιγμή να ισοπεδώσει τους «στασιαστές». Αυτούς που είχαν υπερασπιστεί το Παρίσι κόντρα στον Πρωσικό στρατό. Ο παλιός κόσμος ενώθηκε τρομοκρατημένος Όσοι Κομμουνάροι αιχμαλωτίζονταν εκτελούνταν αμέσως και το πλεονέκτημα του στρατού ήταν τέτοιο ώστε από τα μέσα Απριλίου σταμάτησε κάθε διαπραγμάτευση με το Παρίσι. Το τείχος της πόλης καταλήφθηκε στις 21 Μαΐου, αλλά η σκληρότερη αντίσταση σημειώθηκε στις ανατολικές εργατικές συνοικίες του Παρισιού όπου οι οδομαχίες συνεχίστηκαν για ακόμα οκτώ μέρες, που έμειναν στην ιστορία ως η «Ματωμένη Βδομάδα» .Καθ’ όλη την διάρκεια της επέλασης των κυβερνητικών στρατευμάτων θανατώθηκαν πολλοί άμαχοι, και σύμφωνα με τις κυβερνητικές πηγές μόνο κατά τη «Ματωμένη Βδομάδα» σκοτώθηκαν 17.000 παριζιάνοι ενώ άλλες πηγές ανεβάζουν τον αριθμό σε 30.000. Οι τελευταίοι εκατόν σαράντα επτά Κομμουνάροι εκτελέστηκαν το απόγευμα της 28ης Μαΐου στο νεκροταφείο Πιερ Λασέζ όπου είχαν οχυρωθεί, σε ένα σημείο που σήμερα είναι γνωστό ως Τοίχος των Κομμουνάρων. Η ρήση της Ρόζας Λούξεμπουργκ: «η τελική νίκη προετοιμάζεται από μια σειρά από ήττες» συμπυκνώνει την αντοχή και επιμονή των εργαζομένων στο όραμα ενός καλύτερου κόσμου.

Πολλοί ιστορικοί της εποχής θεώρησαν την κομμούνα ως μία τελευταία έκφραση των επαναστατικών κινημάτων που είχαν εκδηλωθεί στη Γαλλία κατά τον 19ο αιώνα, αντίθετα ο Μαρξ είδε στην κομμούνα μια νέα αρχή για τις επαναστάσεις του μέλλοντος καθώς έδωσε απαντήσεις σε ερωτήματα που μόνο η πράξη θα μπορούσε να απαντήσει. Η σπουδαιότερη απάντηση που δόθηκε ήταν αυτή του είδους της εξουσίας στη σοσιαλιστική επανάσταση η ερμηνεία της οποίας όμως θα αποτελέσει και πεδίο μεγάλων ιδεολογικών συγκρούσεων και διασπάσεων της αριστεράς κατά τον 20ο αιώνα.

 

«Από τη μία, ο «παλιός κόσμος» του Παρισιού των Βερσαλλιών, η σύναξη τούτη των βρικολάκων όλων των πεθαμένων καθεστώτων (…) που με απληστία περίμεναν να καταβροχθίσουν το πτώμα του έθνους (…) δεν ήταν το πραγματικό Παρίσι, μα ένα Παρίσι-φάντασμα, το Παρίσι των λιποταχτών, το Παρίσι των αρσενικών και θηλυκών θαμώνων των βουλεβάρτων – το πλούσιο, το κεφαλαιοκρατικό, το χρυσωμένο, το ακαμάτικο Παρίσι που κατάκλυζε τώρα με τους λακέδες του, με τους τυχοδιώκτες του, με τη φιλολογική του γυφτοσυμμορία και με τις κοκότες του στις Βερσαλλίες (…) για το οποίο ο εμφύλιος πόλεμος ήταν απλά ένα ευχάριστο διάλειμμα. Από την άλλη, ήταν, αλήθεια, θαυμάσια η αλλαγή που είχε φέρει στο Παρίσι η Κομμούνα! Ούτε ίχνος πια δεν υπήρχε από το ακόλαστο Παρίσι της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Δεν ήταν πια το Παρίσι τόπος συνάντησης των απανταχού αστών τυχοδιωκτών. Στη θέση των αστών γυναικών του Παρισιού ξαναβγήκαν στην επιφάνεια οι πραγματικές γυναίκες του Παρισιού – ηρωικές, ανοιχτόκαρδες και αφοσιωμένες σαν τις γυναίκες της αρχαιότητας. Ήταν το Παρίσι που εργαζόταν, που σκεφτόταν, που μαχόταν, που μάτωνε».